Ίταλο Σβέβο: Η φυλή (*)

[ Φοίβος Γκικόπουλος / Ελλάδα / 01.06.18 ]

 1

            Η φυλή στάθηκε. Καταμεσής στην έρημο είχε βρει μια απέραντη έκταση, πλούσια σε νερό, λιβάδια και δέντρα και, χωρίς να το θέλει, χωρίς κανείς να το προτείνει, αντί να κάνει κι εδώ μια από τις συνηθισμένες σύντομες στάσεις, ρίζωσε σ’ αυτόν τον παράδεισο, αφέθηκε ν’ αγκαλιαστεί από τη γη και δεν μπόρεσε να προχωρήσει παραπέρα. Έμοιαζε σαν να ‘χε φτάσει σ’ αυτό το ανώτερο στάδιο εξέλιξης που αποκλείει τη νομαδική ζωή, αναπαυόταν από τη αιώνια κίνηση. Σιγά-σιγά οι σκηνές γίνανε σπίτια και κάθε μέλος της φυλής ιδιοκτήτης.

            Τα χρόνια κύλησαν. Ο Αλί, ένας ανήσυχος πολεμιστής που αρνιόταν να προσαρμοστεί στη νέα ζωή, σέλωσε τ’ άλογο και διέσχισε ορμητικά τον τόπο που επέμενε να αποκαλεί καταυλισμό, κραυγάζοντας:

«Προχωρώ, ακολουθήστε με!»

«Και ποιος θα μας φέρει πίσω στην αγαπημένη μας γη;», ρώτησαν οι πολλοί. Μονάχα τότε όλοι συνειδητοποίησαν πως είχανε δεθεί για πάντα με τούτο το κομμάτι γης και ο Αλί έφυγε μόνος.

2

Καλέσανε τον γερο-Χουσεϊν ν’ αποφασίσει για ένα πρόβλημα που ‘χε παρουσιαστεί ανάμεσα σε δύο γείτονες κτηματίες. Η διαφορά δεν ήταν εύκολο να λυθεί. Ο πρώτος έλεγε ότι του ανήκε ένα μέρος από τη συγκομιδή του δεύτερου, γιατί κατά λάθος ήταν αυτός που την είχε δουλέψει. Το φταίξιμο μπορεί να ήταν και του άλλου, που δεν είχε χαράξει ακριβώς τα όρια της κυριότητάς του.

Ο Χουσεϊν το σκέφτηκε πολύ και είπε:

«Θα μελετήσω τους νόμους της φυλής».

Την άλλη μέρα, το Συμβούλιο των γερόντων αναγκάστηκε να παραδεχτεί ότι ο νόμος δεν προέβλεπε τέτοια περίπτωση. Ήταν η πρώτη φορά που ένας αγρότης ζητούσε απονομή δικαιοσύνης, μιας και παλιά αγρότες δεν υπήρχαν.

Οι  γέροντες τράβηξαν για την πλατεία της αγοράς κι εκεί κάλεσαν όλη τη φυλή.

«Εμείς δεν ξέρουμε ν’ αποδώσουμε δικαιοσύνη. Αν κάποιος ξέρει να το κάνει, ας μιλήσει λέφτερα».

Κανείς δεν μίλησε. Όλη η φυλή δεν είχε ιδέα πώς θα λύσει το δύσκολο πρόβλημα.

3

Ο Χουσεϊν τότε μίλησε:

«Αδέλφια. Η φυλή μας τα ‘χει όλα εκτός από νόμους! Για να πλησιάσω όσο γίνεται πιο πολύ, στη συγκεκριμένη τούτη περίπτωση, ένα δίκαιο που αγνοώ, αποφασίζω να μοιραστεί η σοδειά που δημιούργησε τη διαφορά σε ίσα μέρη ανάμεσα στους δύο διεκδικητές. Για να μπορέσουν στο μέλλον οι δικαστές μας ν’ αποφύγουν τη μικρή αδικία που εμείς σήμερα διαπράττουμε, η φυλή καλείται να στείλει ένα από τα μέλη της να μελετήσει την οργάνωση των λαών που ζουν, αιώνες τώρα, με την τάξη που εμείς γνωρίζουμε εδώ και λίγα μόνο χρόνια. Αυτοί σίγουρα έχουν νόμους που ρυθμίζουν τα δικαιώματα του δουλευτή και του ιδιοκτήτη».

Όλοι συμφώνησαν. Είχανε νιώσει πως η φυλή έπρεπε να φτιάξει τους δικούς της νόμους.

Ο Χουσεϊν είπε ακόμη στους αντίδικους τούτα τα παρηγορητικά λόγια:

«Ένας από τους δυο σας προδόθηκε σήμερα από τη φυλή που τον αδίκησε. Ας μην παραπονεθεί γι’ αυτό! Ίσως τη σύγκρουσή σας να τη θυμούνται με ευγνωμοσύνη οι μεταγενέστεροι».

 4

Ο Αχμέτ ξεκίνησε. Ομόφωνα οι γέροντες τον εξέλεξαν αντιπρόσωπο της φυλής. Ήταν νέος μα, για την ηλικία του, εκπληκτικά δραστήριος και συνετός. Οι προφήτες (γιατί υπήρχαν ακόμη τέτοιοι στη φυλή) έλεγαν πως ήταν προορισμένος να μεγαλώσει τη δόξα και την ευημερία της φυλής. Κι οι γέροντες, από σεβασμό στους προφήτες, ενήργησαν έτσι που η προφητεία να επαληθευτεί.

Ο Αχμέτ ξεκίνησε. Γνωρίζοντας κι ο ίδιος τη σπουδαιότητα της αποστολής που του ανάθεσε η φυλή, όταν βρέθηκε μόνος στον δρόμο, επανέλαβε μέσα του τον όρκο που μόλις πριν είχε δώσει στους γέροντες:

«Αγαπημένη μου πατρίδα, θα σου φέρω τη δικαιοσύνη».

Στην Ευρώπη, ο Αχμέτ σπούδασε για χρόνια πολλά, τόσο που λέγανε γι’ αυτόν: «Ο Αχμέτ μελετάει σαν να ήταν μια ολόκληρη φυλή». 

5

Όταν, μετά από μια τόσο μεγάλη απουσία, γύρισε στην πατρίδα, προτού καλά-καλά ακόμη ξεπεζέψει, περνώντας μέσα  από τους δρόμους της μικρής πόλης, κατάλαβε αμέσως ότι οι βιοτικές συνθήκες της φυλής είχαν αλλάξει πολύ. Αυτό δεν τον ξάφνιασε. Ήταν πολύ φυσικό τα πράγματα να γίνουν έτσι. Οι οικονομικοί νόμοι δεν έχαναν τη δύναμή τους ακόμη και στην έρημο. Και τα μικρά καθαρά σπιτάκια, που είχαν στην αρχή αντικαταστήσει τις σκηνές, τώρα είχαν εξαφανιστεί, παραχωρώντας τη θέση τους σε πολυτελή μέγαρα και βρόμικες τρώγλες. Περνούσαν άνθρωποι μισόγυμνοι κι άλλοι ντυμένοι με ρούχα πολύτιμα.

Ο Αχμέτ ανασηκώθηκε στη σέλα και κοίταξε μακριά. Όχι! Το φουγάρο του εργοστασίου δεν είχε φτάσει μέχρις εδώ. 

«Φτάνω πάνω στην ώρα για να το φέρω εγώ», σκέφτηκε ο Αχμέτ.

Οι γέροντες μαζεύτηκαν για ν’ ακούσουν αυτά που είχε να τους πει ο Αχμέτ.

Μα η πρώτη συνάθροιση δεν στάθηκε παρά ένα μάθημα πρακτικής δικαιοσύνης που ο Αχμέτ έδωσε στους συμπατριώτες του: είχε βρει τη γη του πατημένη από άλλους. Μα τι, λοιπόν, τον είχαν στείλει στα ξένα μόνο και μόνο για να τον κλέψουν με την άνεσή τους;

Οι γέροντες αναγνώρισαν την ορθότητα της παρατήρησης κι αποφάσισαν να καταβάλουν στον Αχμέτ τόσο χρυσάφι όσο θα μπορούσε να βγάλει πουλώντας τα κτήματά του.

Ο Αχμέτ όμως δεν αρκέστηκε σ’ αυτό:

«Και τώρα πώς θ’ ανταμειφθώ για όλα αυτά τα χρόνια που αφιέρωσα αποκλειστικά για το καλό της φυλής; Εγώ, σήμερα που με βλέπετε, θα είχα κάνει μεγάλη περιουσία. Θα είχα κι άλλα κτήματα και σπίτια, εάν, τον καιρό που η ιδιοκτησία γεννιόταν ανάμεσά σας, δεν έλειπα μακριά. Απαιτώ, στο ποσό που θα μου ορίσετε ως αποζημίωση, να μπούνε και οι τόκοι των τόκων, με βάση έναν υπολογισμό που θα σας κάνω».

Οι γέροντες έδειξαν πως συμφωνούσαν.

6

Μα ο γηραιός Χουσεϊν σηκώθηκε για να εκφράσει μια ολότελα διαφορετική άποψη:

«Δυστυχώς, όλοι γνωρίζουμε τι θα μας πεις. Μάθε, Αχμέτ, πως η φυλή δεν είναι πια αυτή που άφησες. Φοβάμαι πως το ταξίδι σου στάθηκε ανώφελο, γιατί εμείς, τώρα πια, από νόμους άλλο τίποτε… Δεν γινόταν να περιμένουμε το γυρισμό σου για να τους φτιάξουμε. Διαμορφώθηκαν σύμφωνα με τις ανάγκες που μας φαίνονταν επείγουσες, υπακούοντας σε αξιώματα που θεωρούσαμε φυσικά. Είχαμε την εντύπωση πως αυτοί οι νόμοι θα μας οδηγούσαν στην ευτυχία. Αντίθετα όμως, η φυλή των ηρώων που πίσω σου άφησες μεταβλήθηκε σε ένα συνονθύλευμα από χαμερπείς σκλάβους και παντοδύναμα αφεντικά. Ω! καλότυχος ο Αλί, που δεν θέλησε να μείνει μαζί μας, να δουλέψει τούτη την προδότρα γη! Μάθε ότι δεν κλείνω μάτι όλη νύχτα από τις τύψεις που συμβούλεψα τη φυλή ν’ αφήσει τη νομαδική ζωή. Περίμενα το γυρισμό σου για να πάρω μιαν απόφαση που θα μπορούσε να μας βγάλει απ’ αυτή την κατάσταση. Αν είσαι σε θέση να μας μιλήσεις για έναν λαό που, αφού άφησε τη νομαδική ζωή, μπόρεσε να ζήσει πιο ευτυχισμένος από μας, τότε θα σου μετρήσω τους τόκους των τόκων σου. Αλλιώς, δεν θα πάρεις τίποτε, κι εμείς, έτσι τουλάχιστον ελπίζω, θα γυρίσουμε πάλι στη νομαδική ζωή».

Ο Αχμέτ ζήτησε μια μέρα προθεσμία για να το σκεφτεί. Το πράγμα ήταν πολύ σημαντικό για να λυθεί στο πόδι. Οι τόκοι των τόκων του κεφαλαίου του θα μπορούσαν να του αποδώσουν ένα μεγάλο ποσό.

 7

Διάβασε τους νόμους της φυλής και βρήκε σε μικρογραφία ό,τι υπήρχε στα πιο τέλεια απ’ τα πολιτισμένα κράτη. Θα μπορούσε εδώ κι εκεί να τους διορθώσει ή να τους συμπληρώσει. Ένιωθε μεγάλη επιθυμία να επιδείξει τη σοφία του θεσπίζοντας καινούριους νόμους που η φυλή αγνοούσε γιατί, στο οικονομικό στάδιο που βρισκόταν, υποτυπώδες ακόμη, δεν ήταν αναγκαίοι. Μα δεν ήταν κουτός και δεν θέλησε να εκτεθεί, να γελάσουν σε βάρος του.

Ο γερο-Χουσεϊν του ενέπνεε μεγάλο σεβασμό. Αυτός, που τα παλιά τα χρόνια ήταν ο πιο ηρωικός και γενναιόψυχος άντρας της φυλής, τώρα ήταν ο πιο διορατικός, ο πιο οξυδερκής απ’ όλους. Οι νόμοι αυτοί -έργο δικό του σίγουρα- ήταν σαφείς, απλοί. Θεσπισμένοι για να εξομαλύνουν συγκρούσεις που εξελίσσονταν μπροστά στα μάτια του νομοθέτη, δεν έπεφταν σε αντιφάσεις μεταξύ τους. Ένα πνεύμα απλό, γεμάτο ανωτερότητα, είχε ορίσει με σαφήνεια, σε κάθε περίπτωση, τις ομοιότητες και τις διαφορές.

Γι’ αυτό ο Αχμέτ δεν πίστεψε ότι θα μπορούσε να πει ψέματα για να σώσει τα λεφτά του. Έπρεπε να πει την αλήθεια και η αλήθεια –ή αυτή που ο ίδιος πίστευε για τέτοια- δεν μπορούσε να ικανοποιήσει τον Χουσεϊν.

Πέρασε τη νύχτα άυπνος. Τα ξημερώματα του κατέβηκε μια ιδέα:

«Ίσως θα καταφέρω να γλιτώσω τα λεφτά μου και να φτιάξω μ’ αυτά το εργοστάσιό μου».

 8

Την άλλη μέρα, μπροστά σ’ όλους τους γέροντες, δήλωσε πρώτα-πρώτα  πως η ιστορία της φυλής δεν ήταν παρά η ιστορία της ανθρωπότητας. Στην αρχή, όσο ζούσαν νομαδική ζωή, η φυλή αποτελούσε ένα αδιαίρετο σύνολο που αγωνιζόταν να επιζήσει. Τώρα, με την πρόοδο, κάθε μέλος της πάλευε πια μονάχα για τον εαυτό του. Οι πιο δυνατοί νικούσαν και υπότασσαν τους πιο αδύνατους. Αυτός το έβρισκε σωστό. Ο Χουσεϊν δεν ήταν άξιος της θέσης που κατείχε με το να θρηνεί για την τύχη των χαμένων. Κάθε αξιοσέβαστος πολίτης θα ‘ναι ένας αληθινός θριαμβευτής και όλη η φυλή θα γίνει πιο δυνατή, πιο ικανή ν’ αντέξει στον οικονομικό ανταγωνισμό με τους άλλους λαούς.

«Ο δρόμος που έχετε πάρει είναι σωστός. Οποιοσδήποτε άλλος πρέπει ν’ αποκλειστεί. Οι νόμοι μας δεν είναι ακόμη τέλειοι και θέλω να σας βοηθήσω να τους κάνετε πιο σταθερούς, όχι όμως να τους αλλάξετε. Μάταια ο Χουσεϊν θα προσπαθούσε να σας ξαναφέρει στη νομαδική ζωή. Κανείς δεν θα τον ακολουθούσε».

«Και δεν μας φέρνεις τίποτ’ άλλο;» ρώτησε ο Χουσεϊν με λύπη. «Η δυστυχία, λοιπόν, πολλών από μας είναι αμετάκλητη;».

«Σας φέρνω κάτι ακόμη!», είπε ο έξυπνος Αχμέτ. «Σας φέρνω την ελπίδα. Η φυλή θα παλέψει ακόμη για πολλούς αιώνες. Βρίσκεται μόλις στην αρχή ενός αγώνα που θα γίνεται όλο και πιο σκληρός. Πολλοί από σας, χωρίς να φταίνε, θα καταδικαστούν να περνούν τη μισή τους μέρα σε ανθυγιεινό περιβάλλον, κοπιάζοντας έτσι που να χάνουν την υγεία τους, την ευφυϊα τους, την ψυχή τους. Θα γίνουν κτήνη και σαν τέτοιοι θα περιφρονηθούν, θα πέσουν πολύ χαμηλά. Δεν θα ‘ναι γι’ αυτούς  τα τραγούδια των ποιητών σας, ούτε τα διανοητικά παιχνίδια των φιλοσόφων σας.  Θα πάρουν την πιο στοιχειώδη, σχεδόν παιδαριώδη μόρφωση κι ούτε θα μπορούν να ντυθούν και ν’ ανατραφούν σαν άνθρωποι. Η τωρινή δυστυχία των φτωχών, που είναι υποχρεωμένοι να καλλιεργούν τη γη σας, είναι παράδεισος σε σύγκριση με την τύχη των απογόνων τους. Και μόνο τότε η φυλή θα έχει φτάσει στο ύψος των καιρών. Από το σημείο αυτό μονάχα –μετά από αιώνες- θα δούμε να ξεπροβάλει μια νέα εποχή. Ο άνθρωπος, απελευθερωμένος από την τόση δυστυχία, θα επιδιώξει μια νέα τάξη πραγμάτων. Οι απόκληροι, ενωμένοι από τα εργοστάσια –τη συμφορά τους- θα συνασπιστούν και γεμάτοι ελπίδα θα δουν να πλησιάζουν οι νέοι καιροί και θα ετοιμαστούν. Μετά, αφού φτάσουν οι νέοι καιροί, η ευτυχία και η δουλειά θα είναι για όλους».

«Κι αυτή η νέα εποχή, ξέρεις εσύ να την προαναγγείλεις με τις λεπτομέρειές της, με τους νόμους της;» ρώτησε με αγωνία ο Χουσεϊν.

 10

«Ταξίδεψα πολύ», απάντησε ο Αχμέτ «και δεν βρήκα μέχρι τώρα καμιά χώρα που να ‘χει φτάσει σε τέτοιο υψηλό επίπεδο διοργάνωσης. Τούτο μονάχα ξέρω  να σας πω: σ’ εκείνο το μακρινό μέλλον η γη θ’ ανήκει στη φυλή και θα τη δουλεύουν όλοι αυτοί που ‘ναι ικανοί να το κάνουν. Οι απολαβές θα ‘ναι για όλους. Δεν θα σταματήσει ο αγώνας –γιατί όπου υπάρχει ζωή υπάρχει αγώνας-, μα ο αγώνας δεν θα ‘χει για σκοπό την εξασφάλιση του καθημερινού ψωμιού. Αυτό θα ‘ναι δικαίωμα του καθενός, όπως σήμερα ο αέρας που αναπνέουμε. Ο νικητής του αγώνα δεν θα ‘χει άλλη ικανοποίηση από το ότι υπηρέτησε τη φυλή».

«Και θα πρέπει να περιμένουμε τόσο πολύ για να φτάσουμε σε μια τέτοια ευτυχία;» κραύγασε ο Χουσεϊν με βροντερή φωνή. «Είσαι άξιος να πάρεις τους τόκους των τόκων σου», πρόσθεσε απευθυνόμενος στον Αχμέτ. «Μάθε ότι η φυλή θέλει ν’ αρχίσει από το τέλος».

Ο Αχμέτ ένιωσε ευτυχία που στάθηκε τόσο ικανός και εισέπραξε το χρυσάφι του. Το μέτρησε και σκέφτηκε ότι του έφτανε για να φτιάξει το εργοστάσιο, το αντικείμενο των ονείρων του, και μάλιστα μέσα στην ίδια τη φυλή που τον πλήρωνε πεισμένη ότι είχε γλιτώσει απ’ αυτό.

 11

Ένας Ευρωπαίος, κουρασμένος από τη δυστυχία της χώρας του, χτύπησε μια μέρα την πόρτα του Χουσεϊν και ζήτησε να του επιτραπεί να γίνει μέλος εκείνης της ευτυχισμένης φυλής.

«Αδύνατον!» είπε ο Χουσεϊν. «Διαπιστώσαμε ότι η οργάνωσή μας δεν κάνει για σας, τους Ευρωπαίους».

Προσβλημένος, ο Ευρωπαίος παρατήρησε: «Δεν είμαστε εμείς που επινοήσαμε τους νόμους σας;».

«Τους επινοήσατε, μα δεν μπορείτε ούτε να τους καταλάβετε, ούτε να τους ζήσετε. Μέχρι κι έναν Άραβα, έναν κάποιον Αχμέτ, αναγκαστήκαμε να τον διώξουμε από εδώ, γιατί είχε την ατυχία να διαπαιδαγωγηθεί από εσάς».

 Τεργέστη, Οκτώβρης 1897

  -----------------------------------------------------

(*)  Ο μύθος Η φυλή, που δημοσιεύτηκε το 1897 στο περιοδικό Κοινωνική κριτική του Φιλίππο Τουράτι και της Άννας Κούλισιοφ, είναι ένα κείμενο στο οποίο συχνά αναφέρονται οι κριτικοί για ν’ αποδείξουν την άμεση επαφή του Σβέβο με τον μαρξισμό και, συνεπώς, την πιο προχωρημένη θέση του σε σχέση μ’ εκείνο που ονομάστηκε «σοσιαλισμός από καθέδρας».

 (Μετάφραση Φοίβου Γκικόπουλου)