Έντουαρντ Χόπερ: Η μοναξιά είναι από χρώμα

[ ARTI news / Κόσμος / 28.01.19 ]

Έμυ Ντούρου

Υπήρξε ένας από τους κυριότερους εκπροσώπους του ρεαλισμού στην αμερικανική τέχνη του μεσοπολέμου. O Έντουαρντ Χόπερ, που πέθανε , στις 15 Μαΐου 1967, αποτύπωσε τη μοναξιά του ανθρώπου των αρχών του 20ού αιώνα με έναν τρόπο πολύ διαφορετικό από τους καλλιτέχνες της εποχής του. Γεννήθηκε στις 22 Ιουλίου 1882, στο Νίακ της Νέας Υόρκης και πέρασε τα παιδικά και εφηβικά του χρόνια σε αυτή τη μικρή επαρχιακή πόλη. Προερχόταν από μια μεσοαστική οικογένεια εμπόρων Βαπτιστών, δανικής καταγωγής, στην οποία τις αποφάσεις έπαιρναν οι γυναίκες. Από τον πατέρα του έμαθε να αγαπά τη ρωσική και γαλλική κουλτούρα, ενώ και οι δύο γονείς του τον ενθάρρυναν να ασχοληθεί με τις τέχνες. Όταν έφτασε στην εφηβεία ήδη ζωγράφιζε με κάρβουνο, λαδομπογιές, νερομπογιές και μελάνι. Οι γονείς του, που ανησυχούσαν για την επαγγελματική του εξέλιξη, τον παρότρυναν να ασχοληθεί με την εικονογράφηση. Έτσι, το 1900 εγκαταστάθηκε στη Νέα Υόρκη προκειμένου να σπουδάσει πάνω στο αντικείμενο και το 1905 έπιασε δουλειά ως εικονογράφος στα περιοδικά μιας διαφημιστικής εταιρίας.

Η Ευρώπη και η επιστροφή στην Αμερική

Σύντομα κατάλαβε ότι δεν του πήγαινε το αντικείμενο και το 1906, σε ηλικία 24 ετών, έφυγε για το Παρίσι, όπου και ανακάλυψε την ποίηση του Μποντλαίρ, τα έργα του οποίου έμελλε να διαβάζει και να απαγγέλλει σε όλη την υπόλοιπη ζωή του. Μέχρι το 1910 έκανε τρία ταξίδια στην Ευρώπη. Εκεί ήρθε σε επαφή με άλλους ομότεχνούς του και επηρεάστηκε βαθιά από την τεχνοτροπία ζωγράφων, όπως ο Βελάσκεθ και Γκόγια. Οι εικόνες που προσέλαβε από τη ζωή στην Ευρώπη ήταν πλημμυρισμένες από ζεστές διαπροσωπικές σχέσεις. Με την επιστροφή του στις ΗΠΑ ήρθε αντιμέτωπος με μια κοινωνία που του φάνηκε «τρομακτικά σκληρή και ωμή». Αυτήν ακριβώς την κοινωνία, αποτύπωσε στα έργα του.
Επιστρέφοντας στην Αμερική, νοίκιασε ένα στούντιο στη Νέα Υόρκη και δούλεψε σκληρά με στόχο να καλλιεργήσει το προσωπικό του στιλ. Ο πρώτος πίνακας που πούλησε ήταν το Sailing (1911), το 1913 στην τιμή των 250 δολαρίων. Η επιτυχία δεν ήρθε γρήγορα κι έτσι αναγκάστηκε να κάνει άλλες δουλειές προκειμένου να ζήσει. Παράλληλα, έπαιρνε μέρος σε εκθέσεις, ελπίζοντας ότι μια μέρα θα έρθει η αναγνώριση. Και ήρθε. Στις αρχές της δεκαετίας του 1920. Το 1925 αγόρασε το πρώτο του αυτοκίνητο, ένα μεταχειρισμένο Dodge, και από τη Νέα Υόρκη πήγε οδηγώντας στο Νέο Μεξικό. Συχνά έφευγε εκτός πόλης με το αυτοκίνητό του και έκανε στάσεις όπου συναντούσε την έμπνευση, στα μοτέλ του εθνικού οδικού δικτύου, στα καφεστιατόρια και στα βενζινάδικα. Αντλούσε έμπνευση από τις μεγαλουπόλεις, τις μικρές επαρχιακές πόλεις και τα παραθαλάσσια τοπία. Ανέδειξε την Αμερική που οι περισσότεροι προσποιούνταν ότι δεν υπήρχε. Την εποχή που άλλοι καλλιτέχνες αποτύπωναν τον ενθουσιασμό και τη χαρά των πολύβουων δρόμων, τους εντυπωσιακούς ουρανοξύστες, τα σφύζοντα από ζωή νυχτερινά κέντρα και τις κομψές γυναίκες με τα ψηλά τακούνια, ο Χόπερ επέμενε να ζωγραφίζει την άλλη όψη του νομίσματος, τη μοναξιά και την μελαγχολία που κουβαλούν οι ψυχές των ανθρώπων της μητρόπολης και την ανία της επαρχίας.
Διέσχισε την Αμερική πέντε φορές από το 1941 έως το 1955, ζωγραφίζοντας μοναχικούς και αινιγματικούς ανθρώπους σε φτηνά μοτέλ με φωτεινές επιγραφές, πελάτες στις καντίνες για τους ξενύχτηδες και θλιμμένους πελάτες σε σκοτεινά, αν και ολόφωτα, μπαρ. Στους πίνακές του, αφηγητές είναι τα φώτα νέον, οι άδειοι δρόμοι, τα άδεια γραφεία και οι σωλήνες του γκαζιού. Οι άνθρωποι αρκετά συχνά είναι απόντες. Ακόμα κι όταν είναι εκεί όμως, μοιάζουν χωρίς ζωή. Μόνοι, αποξενωμένοι και αποκαμωμένοι από το κυνήγι της επιτυχίας που επιβάλλει η βιομηχανική εποχή στις μεγαλουπόλεις, την περίοδο του υποτιθέμενου θριάμβου τους. Στους πίνακες του Χόπερ δεν έχουν την υποχρέωση να χαμογελούν, για να αποδεικνύουν ότι τα κατάφεραν στη ζωή.

Ο επιδραστικός Χόπερ

Ο Χόπερ θεωρείται ο πιο «κινηματογραφικός» ζωγράφος. Για τη χρήση του φωτός και την έννοια της πλοκής στο έργο του έχουν γραφτεί πολλά. Το ίδιο και για την επιρροή που έχει ασκήσει διαχρονικά στον Χίτσκοκ, τον Βέντερς, τον Ντάριο Αρτζέντο, τον Σαμ Μέντες και τον Ρίντλεϊ Σκοτ. Το έργο του House by the Railroad (1925), που απεικονίζει μια απόκοσμη βικτωριανή έπαυλη στην άκρη του δρόμου, ήταν η έμπνευση για το σπίτι του Νόρμαν Μπέιτς στο Ψυχώ (Psycho, 1960) του Χίτσκοκ, ενώ από αυτό εμπνεύστηκε και ο Τέρενς Μάλικ για τις Μέρες Ευτυχίας (Days of Heaven, 1978). Το μπαρ στον πίνακα Nighthawks (1942) υπήρξε έμπνευση για δεκάδες ταινίες. Ο Βιμ Βέντερς έστησε ένα ταμπλό βιβάν με το μπαρ του συγκεκριμένου πίνακα, στο Τέλος της Βίας (The End of Violence, 1997). Πριν από τρία χρόνια, οκτώ Ευρωπαίοι σκηνοθέτες, παρακινημένοι από την ενθουσιώδη υποδοχή της έκθεσης έργων του καλλιτέχνη στο Παρίσι, επέλεξαν τον αγαπημένο τους πίνακα του Χόπερ και τον μετουσίωσαν σε μικρού μήκους ταινία, υπό τον τίτλο Βλέποντας τον Χόπερ (Hopper Vu Par).
Ο Χόπερ πέθανε σε ηλικία 85 ετών, στο στούντιό του στη Νέα Υόρκη. Η σύζυγός του, που πέθανε σχεδόν ένα χρόνο μετά, δώρισε το μεγαλύτερο μέρος του έργου του -περισσότερα από 3.000 έργα- στο Whitney Museum of American Art. Πίνακές του υπάρχουν επίσης, στο Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης της Νέας Υόρκης και στο Art Institute of Chicago.  Σύμφωνα με μια μερίδα κριτικών τέχνης, ο Χόπερ δεν συγκαταλέγεται στους κορυφαίους ζωγράφους. Οι γραμμές του είναι αδρές και δεν δίνει τόση σημασία στις λεπτομέρειες. Για παράδειγμα, τα χαρακτηριστικά των προσώπων δεν είναι πάντα ευκρινή. Ωστόσο, όπως είχε παρατηρήσει ο γνωστός κριτικός Κλέμεντ Γκρίνμπεργκ, «αν ήταν καλύτερος ζωγράφος, μπορεί να μην ήταν τόσο σημαντικός καλλιτέχνης».