Διαβάστε Δημοσθένη Βουτυρά

[ Παναγιώτα Ψυχογιού / Ελλάδα / 27.08.15 ]

«Αν ύστερ’ από τη γενεά των θεµελιωτών του νεοελληνικού διηγήµατος, του Βιζυηνού, του Παπαδιαµάντη, του Καρκαβίτσα, παρουσιάστηκε κι ένας µε αληθινό ταλέντο, και διαφορετικό, αυτός είναι ο Δηµοσθένης Βουτυράς» έλεγε ο Ξενόπουλος στα 1920 στο περίφηµο άρθρο του για τον Βουτυρά (Ξενόπουλος 1971, 178). Ενώ οΝιρβάνας εύστοχα τον αποκαλεί «άνθρωπο – διήγηµα» (Νιρβάνας 1998, 31).

Ο πρωτοποριακός χαρακτήρας του έργου του για πολλούς έγκειται στο ότι σηµατοδότησε τη στροφή από το ηθογραφικό στο αστικό διήγηµα. Η πιο χαρακτηριστική διατύπωση είναι αυτή του Παρορίτη, την οποία επαναλαµβάνουν αρκετοί µεταγενέστεροι κριτικοί, ότι δηλαδή ο Βουτυράς παράτησε «το νησί του Παπαδιαµάντη, και το χωριό του Καρκαβίτσα και τη στάνητου Κρυστάλλη» και µετέφερε το διήγηµα στην πόλη (Παρορίτης 2001, 478). Ακόµη και αν ο ίδιος ο Βουτυράς στη συνέντευξη τού 1919 που προαναφέρθηκεµιλά για υπέρβαση της ηθογραφίας και ο Μπασκόζος ισχυρίζεται ότι στα διηγήµατα του Βουτυρά συνυπάρχουν σύγχρονα αλλά και παλιότερα αισθητικά ρεύµατα (Μπασκόζος 1999, 12)ο διηγηµατογράφος σαφώς συγκλίνει µε το πρότυπο της ηθογραφίας, ο τρόπος όµως που χειρίζεται την περιγραφήείναι ολωσδιόλου διαφορετικός. Αν οι ηθογράφοι της περιόδου 1880-1900, ακόµη και αυτοί που στοχεύουν και στην υποβολή ατµόσφαιρας, όπως ο Παπαδιαµάντης, επιχειρούν να ζωγραφίσουνµε αντικειµενική ακρίβεια το τοπίο, ο Βουτυράς δηµιουργεί την αίσθηση ότι αυτό που περιγράφει απορρέει κυρίως από την υποκειµενική αντίληψη εκείνου που παρατηρεί. Ο  Νιρβάνας γράφει «Με τους τρεις τελευταίους τόμους διηγημάτων του εμπρός μου σκέφτομαι, ότι ο άνθρωπος αυτός, ο οποίος είνε τόσο γόνιμος και ταυτοχρόνως τόσον ξεχωριστός διηγηματογράφος. Η ζωή και η τέχνη είναι ένα πράγμα, μέσα εις τας σελίδας αυτάς. Η ζωή, απλούστατα, κάνει τον περίπατόν της δια μέσου των σελίδων του βιβλίου.Προς στιγμήν νομίζει κανείς, ότι ο συγγραφεύς δεν παίζει κανέναν ρόλον εις όλην την ιστορίαν ή, τουλάχιστον, έναν ρόλον εντελώς παθητικόν. Ανοίγει απλώς της πόρτες του διηγήματός του, όπως θα άνοιγε της πόρτες του σπιτιού του, αφίνει ένα κύμα ζωής να περάση εμπρός στους καλεσμένους του, που είμεθα οι αναγνώστες του, και της ξανακλείνει. Ιδού ένα διήγημα. Επειτα της ξανανοίγει πάλιν, αφίνει να περάση ένα άλλο κύμα και της ξανακλείνει πάλιν. Ιδού άλλο διήγημα. Και ούτω καθεξής. Ιδού τόμοι διηγημάτων. Αλλά αυτά είνε ένας τρόπος του λέγειν. Δια να γίνονται αυτά που γίνονται, σημαίνει ότι υπάρχει ένας συγγραφεύς στη μέση. Και ένας συγγραφεύς που επειδή ακριβώς δεν κάμνει ό,τι κάμνουν οι άλλοι, σημαίνει, ότι κάμνει κάτι εντελώς δικό του».( Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «ΕΣΤΙΑ» την Κυριακή 6 Απριλίου 1924)

Κρατά απόσταση από την προβολή του εθνικού στοιχείου και υιοθετεί τη µορφή ενός λαϊκού αφηγηµατικού είδους. Η εκµετάλλευση των αδυνάµων από όσους ασκούν αυθαίρετα την εξουσία είναι ένα θέµα πουγενικότερα απασχολεί τον Βουτυρά.

Το έργο του Δημοσθένη Βουτυρά υπήρξε πρωτοποριακό. Για τα δεδομένα της ελληνικής λογοτεχνίας και, όχι τυχαία, θεωρείται ο εισηγητής του ρεαλιστικού διηγήματος στην Ελλάδα. Ό Κωστής Παλαμάς με το αλάνθαστο ένστικτό του κατέστησε πρώτος τον Βουτυρά ως πρωτοπόρο στο Ρεαλιστικό διήγημα. Ο Βουτυράς εισέβαλε στη σκηνή της νεοελληνικής πεζογραφίας ενώ ήταν αυτή κατάμεστη απο καθιερωμένες φυσιογνωμίες όπως ο Βιζυηνός, ο Παπαδιαμάντης, ο Καρκαβίτσας, ο Εφταλιώτης, ο Ξενόπουλος κ.α.. Οι φτωχογειτονιές και οι απόμερες συνοικίες είναι ο χώρος που κινείται, ενώ, οι ήρωές του είναι άνθρωποι αποτυχημένοι ή χρεωκοπημένοι μικροαστοί, μικροϋπάλληλοι, απλοϊκοί άνθρωποι του λαού χτυπημένοι από τη φτώχεια και τη δυστυχία.

 Ο ΝΙΚΟΣ ΞΕΝΙΟΣ γράφει «Τον Βουτυρά ενέπνεε ένα ασύνειδο όραμα κοινωνικής επανάστασης που, ως σοσιαλιστικό στη δομή του, κρυβόταν επιμελώς πίσω από μιαν επίφαση αντικειμενικότητας. Αυτή η «πρόσοψη» όμως συνιστά και το στοιχείο του έργου του που είναι άξιο μελέτης: ένας σχετικός βαθμός «ισοπέδωσης» των προσώπων του αυτόματα τον κατατάσσει στους νατουραλιστές συγγραφείς. Κατέγραφε την πραγματικότητα «φωτοφωνογραφικά», με αποτέλεσμα την έντονη θεατρικότητα και το μαγικό κλίμα των διηγημάτων του. Επιλέγοντας τη μικρή φόρμα, ονομάστηκε "ο άνθρωπος-διήγημα" και δήλωνε ότι μπορούσε «να τυλίξει όλη τη γη με διηγήματα». Δεν μιλάμε για ένα απλοϊκό ηθογράφο, αλλά για ένα αναρχικό λογοτέχνη, που σαρκάζει την εξαθλίωση της νεόκοπης εργατικής τάξης των αστικών κέντρων και προαγγέλλει τα δεινά της».

To έργο του  Δημοσθένη Βουτυρά (1872-1958) αποτελεί μοναδική περίπτωση στη νεοελληνική λογοτεχνία. Οι παράξενες, σκοτεινές ιστορίες του, με πρωταγωνιστές ανθρώπους που εξεγείρονται, συχνά με απελπισμένη αγριότητα, ενάντια στη μοίρα τους, διαβάζονται με αμείωτο ενδιαφέρον εδώ και έναν αιώνα. Είναι ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες διηγηματογράφους του Μεσοπολέμου που αξίζει να διαβάσετε. Έζησε τα παιδικά και εφηβικά του χρόνια στον Πειραιά, όπου είδε τις δυσκολίες της ζωής των εργατών, την άστατη ζωή των περιθωριακών και γνώρισε τη φτώχεια από κοντά μετά την οικονομική καταστροφή και την αυτοκτονία του πατέρα του. Αυτές οι συνθήκες της ζωής του τον επηρέασαν στα διηγήματά του και διαμόρφωσαν τους ήρωες του. Ο ατίθασος χαρακτήρας του, η αριστερή και πολλές φορές αναρχική ιδεολογία του τον δυσκόλεψαν στην εύρεση εργασίας και έζησε την ανέχεια. Παρόλα αυτά τα διηγήματά του είχαν φανατικό αναγνωστικό κοινό και όλες οι εφημερίδες ζητούσαν κείμενά του. Ασχολήθηκε επίσης με τη συγγραφή αναγνωστικών του δημοτικού και σατυρικών και φανταστικών διηγημάτων. Το πεζογραφικό έργο του Βουτυρά, σχεδόν αποκλειστικά διηγηματικό, εντάσσεται λοιπόν στο πλαίσιο του κοινωνικού ρεαλισμού και οριοθετεί το πέρασμα από την ηθογραφία στην αστική πεζογραφία. Ως μόνιμο θέμα του κυριαρχεί η ζωή των περιθωριακών  ομάδων της Αθήνας και του Πειραιά. Έχοντας ζήσει κοντά τους ο Βουτυράς περιέγραψε τη ζωή και την ψυχοσύνθεσή τους με έντονα ζοφερά χρώματα. Στα διηγήματά του  περιγράφει τη ζωή και τη ψυχολογία των φτωχών και εξαθλιωμένων ανθρώπων που αδυνατούν να δράσουν για να αλλάξουν τη ζωή τους και αρνούνται να ενταχθούν στην κοινωνία. Ο Βουτυράς γνώριζε καλά αυτούς τους ανθρώπους έχοντας ζήσει δίπλα τους πολλά χρόνια. Στις φτωχογειτονιές των μεγάλων πόλεων τους παρουσιάζει να στενάζουν και να αφανίζονται με τις κακίες, τα μίση, την άβυσσο της ψυχής τους, τα προβλήματά τους. Γι' αυτό και τον ονόμασαν «Γκόργκι της Ελλάδας». Έγινε ο αισθαντικός απολογητής των ψυχικών καημών που συσσώρευσε μέσα στους ανθρώπους και στην Ελλάδα η οικονομική ανέχεια.